Ένα καλοκαιρινό βράδυ

Της Στέλλας Μ.

Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά που, παρά τα πρωινά μποφόρ που κράταγαν το νησί αποκλεισμένο τέσσερις μέρες τώρα, κατά την συνήθειά του ο καιρός κόπαζε τα βράδια και μπορούσες να δεις τη θάλασσα γυαλί.

Στην πλατεία του χωριού γλέντι είχε στηθεί  με τραγουδιστές γνωστούς από την Αθήνα. Μια είδηση απλώθηκε τριγύρω και μας έκανε να απομακρυνθούμε σε μια όχι και τόσο μακρινή παραλία του νησιού, που όμως τις νύχτες δείχνει απόμερη.

Τότε η νύχτα βάρυνε, η μουσική σταμάτησε, το κέφι διαλύθηκε, το σώμα πάγωσε, η καρδιά λύγισε και έδωσε την εντολή στα μάτια, λες και τα δάκρυα θα μπορούσαν να καθαρίσουν την εικόνα που έβλεπαν.

Τι θα μπορούσε να σε κάνει να ξεχάσεις αυτά τα βλέμματα...

Μετά από 20 ώρες ταξίδι, σα μια σάπια φλούδα από πεπόνι η βάρκα τους, στοιβαγμένα κορμιά με μια ψυχή να πεταρίζει από την ελπίδα μιας ζωής ανθρώπινης, έφτασαν στην πολυπόθητη στεριά.

Στεκόμασταν στην άκρη του δρόμου, σε ένα επίπεδο υψηλότερο από την ακροθαλασσιά, να τους κοιτάμε αποδιοργανωμένοι.

Μόλις είχαν πατήσει το πόδι τους σε στέρεο έδαφος και βλέποντας όλους εμάς τριγύρω, το βλέμμα δήλωνε πώς η πρότερη σκέψη «δόξα κύριε ή Αλλάχ φτάσαμε στεριά»  ικέτευε , για να μη γίνει «μαύρη η ώρα και η στιγμή που φτάσαμε».

Είχαν το βλέμμα της αδύναμης ζέβρας, όταν τη μαγνητίζει το λιοντάρι επιλέγοντάς την για μελλοντικό του γεύμα. Μόνο που εμείς  έχουμε βαφτίσει τους εαυτούς μας «πολιτισμένους», δεν είμαστε ζούγκλα, υπάρχει δικαιοσύνη και τάξη στην πολιτεία μας.

Οι συγχωριανοί μου με εξέπληξαν ευχάριστα. Με το πρώτο κάλεσμα του ιερέα για βοήθεια στους συνανθρώπους μας έτρεξαν να ζεστάνουν κορμιά, να ταΐσουν στόματα  και να ηρεμήσουν ψυχές.

Το κράτος όμως και πάλι ακολουθώντας τους νόμους, που συνέταξαν άνθρωποι μεν, αλλά βουλιαγμένοι τόσο πολύ στην όξινη και τοξική ζωή τους, που έχουν αρχίσει από καιρό να μυρίζουν αποσύνθεση, μας επανέφερε σε μια γκρίζα πραγματικότητα.

Τους είδα για τελευταία φορά να ακολουθούν με μια σχεδόν στρατιωτική σύνταξη και θα ορκιζόμουν πως ήταν αλυσοδεμένοι σαν άγρια θηρία του τσίρκου της κοινωνίας, που εμείς δημιουργήσαμε και ζούμε μέσα σε αυτή, να οδηγούνται κάπου.....