Απόσπασμα από τα «Διπλωμένα Φτερά» του Γιάννη Ατζακά

Εκτός από τις ευγενείς αυτές οσμές, τις αλησμόνητες, υπήρχαν και εκείνες που ανέβαιναν απ’ το κατώγι ως τη μικρή μου κάμαρη. Ήταν μια αψιά μυρωδιά που έβγαζε η χωνεμένη κοπριά που σωριαζόταν από τα ζωντανά μας: τον γάιδαρό μας τον Μπρίκο, τη γίδα μας τη Μαυρούλα και τα ορνίθια. Αυτά κατοικιάζανε κάτω από την καμαρούλα μου· στην άλλη μεριά, κάτω από τον χαγιάτη, ήταν το παχνί του Μπρίκου και στη μέση, δεμένη σ’ ένα κρικέλι, ήταν η Μαυρούλα –να μην ενοχλεί το ένα ζωντανό το πλαϊνό του. Ήταν μια βαριά ζωική μυρωδιά, γλυκερή κάπως, αλλά μ’ αυτήν είχα μεγαλώσει και σε τίποτε δεν με πείραζε.

Από κει κάτω έρχονταν όλη τη νύχτα και κάτι απότομοι και ακανόνιστοι ήχοι που καθόλου δεν ανησυχούσαν τον ύπνο μου· αντίθετα, όλη αυτή η ζωή που ανάσαινε κάτω από τα πόδια μου με καθησύχαζε κιόλας. Ήταν το ασταμάτητο μηρύκασμα και, από καμιά φορά, το βέλασμα της Μαυρούλας, το χλιμίντρισμα κι οι χτύποι από τα πέταλα του Μπρίκου πάνω στην πέτρα, τα φτερουγίσματα και τα κακαρίσματα από τις όρνιθες, τα εγερτήρια σαλπίσματα από τα πετεινάρια, τα αραιά κουδουνίσματα –απ’ όλα το πιο γλυκό άκουσμα.

Τότε δεν το καταλάβαινα, τώρα όμως το ξέρω καλά ότι αυτό που άκουγα για χρόνια και χρόνια κάθε βράδυ δεν ήταν παρά μια ωδή στην αθωότητα και την αμεριμνησία από την αυτοσχέδια, την ταπεινή ορχήστρα των φτερωτών και των τετραπόδων αυτής της γης.

(Εκδόσεις Άγρα), σσ. 33-34

Το απόσπασμα διαβάστηκε στη λογοτεχνική βραδιά των Μαγεμένων