Απόσπασμα από το βιβλίο “Walden ή Η ζωή στο δάσος” του Henry D. Thoreau

Εκδόσεις Κέδρος, 2007. (Κεφάλαιο: “Πού έζησα και γιατί”, σελ. 138-143)

Κάθε πρωί αποτελούσε για μένα μια ενθουσιώδη πρόσκληση να δώσω στη ζωή μου τόση απλότητα, και αθωότητα θα μπορούσα να πω, όσο έχει και η ίδια η Φύση. Πάντοτε λάτρευα τη ροδοδάχτυλη Ηώ με τον τρόπο που το έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες. Ξυπνούσα νωρίς και έκανα το μπάνιο μου στη λίμνη: αυτό ήταν κάτι σαν θρησκευτική τελετή, ένα από τα καλύτερα πράγματα που έκανα. Ο Κομφούκιος λέει πως στην μπανιέρα του βασιλιά Τσινγκ Τανγκ υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα που έλεγαν το εξής: «Να ανανεώνεις εντελώς τον εαυτό σου κάθε μέρα. Να το κάνεις ξανά και ξανά αιώνια». Αυτό είναι κάτι που μπορώ να καταλάβω πολύ καλά. Το πρωί μάς φέρνει πίσω στους ηρωικούς χρόνους. Το ανεπαίσθητο μουρμουρητό ενός κουνουπιού που έκανε την αόρατη και μυστηριώδη περιοδεία του στο σπίτι μου νωρίς την αυγή, όταν καθόμουν με την πόρτα και τα παράθυρα ανοιχτά, είχε πάνω μου την ίδια επίδραση που θα ασκούσε μια σάλπιγγα που τραγουδούσε τη δόξα κάποιου επιφανούς προσώπου. Ήταν το ρέκβιεμ του Ομήρου· Ιλιάδα και Οδύσσεια μαζί αντηχούσαν ολόγυρα, τραγούδια για την μήνιν και τις περιπλανήσεις. Ο ήχος αυτός είχε κάτι το συμπαντικό πάνω του. έμοιαζε με μόνιμη διαφήμιση της αιώνιας ζωντάνιας και γονιμότητας του κόσμου. Το πρωί, η ώρα της ημέρας που μένει περισσότερο απ’ όλες τις άλλες χαραγμένη στη μνήμη μας, είναι η στιγμή της αφύπνισης. Τότε είναι που νιώθουμε τη λιγότερη νύστα. Και για μια ώρα τουλάχιστον ξυπνάει ένα κομμάτι του εαυτού μας που μένει κοιμισμένο όλη την υπόλοιπη μέρα και νύχτα. Ελάχιστα μπορούμε να περιμένουμε από την ημέρα εκείνη – αν δηλαδή μπορούμε να την αποκαλέσουμε ημέρα – κατά την οποία δε μας ξυπνά το πνεύμα μας, αλλά τα μηχανικά τσιγκλίσματα κάποιου υπηρέτη. Αν δε μας ξυπνά η ίδια μας η ανανεωμένη δύναμη και οι εσωτερικές μας προσδοκίες, συνοδευόμενες από τους ήχους κάποιας ουράνιας μουσικής στη θέση της καμπάνας του εργοστασίου, και μια ευωδιά που γεμίζει τον αέρα – αν, με λίγα λόγια, η ζωή μας όταν ξυπνάμε δε βρίσκεται πιο ψηλά από εκεί που την είχαμε αφήσει πριν πέσουμε για ύπνο. Κι έτσι το σκοτάδι αποδίδει και αυτό τους δικούς του καρπούς και αποδεικνύεται ωφέλιμο και καθόλου κατώτερο από το φως. Ο άνθρωπος που δεν πιστεύει ότι η κάθε ημέρα περιέχει μια ώρα πιο αρχαία, πιο ιερή και πιο εωθινή, που ακόμα ο ίδιος δεν την έχει βεβηλώσει, έχει απελπιστεί από τη ζωή και ο δρόμος του είναι κατηφορικός και σκοτεινός. Ύστερα από την προσωρινή σιωπή της ζωής των αισθήσεων, η ψυχή του ανθρώπου, ή μάλλον τα όργανά του, αναζωογονούνται κάθε μέρα και το πνεύμα του προσπαθεί πάλι να ξεκινήσει μια όσο πιο ευγενή ζωή μπορεί. Θα έλεγα ότι όλα τα αξιομνημόνευτα γεγονότα λαμβάνουν χώρα τις πρωινές ώρες και σε μια πρωινή ατμόσφαιρα. Οι Βέδες λένε: «Όλη η νοημοσύνη ξυπνά το πρωί». Η ποίηση, η τέχνη, οι πιο λαμπρές και αξιομνημόνευτες πράξεις των ανθρώπων προέρχονται από τις ώρες αυτές. Όλοι οι ποιητές και οι ήρωες, όπως ο Μέμνων, είναι παιδιά της Ηούς και παίζουν τη μουσική τους με το πρώτο φως της αυγής. Για εκείνον που η ευστροφία και η οξύτητα της σκέψης συμβαδίζουν με τον ρυθμό του ήλιου, όλη η μέρα αποτελεί ένα διαρκές πρωινό. Δεν έχει σημασία τι λένε τα ρολόγια ή η στάση και τα έργα των ανθρώπων. Πρωί είναι όταν είμαι ξύπνιος και μέσα μου ροδίζει η αυγή. Η ηθική αναμόρφωση είναι μια προσπάθεια να αποτινάξεις τον ύπνο. Για ποιον άλλο λόγο οι άνθρωποι δίνουν μια τόσο φτωχή αναφορά για τη μέρα τους, αν όχι επειδή κοιμούνται όλη μέρα; Απ’ ό,τι φαίνεται από άλλες δραστηριότητες τους, δεν τα πάνε και τόσο άσχημα με τους υπολογισμούς. Αν δεν τους κατέβαλλε η υπνηλία, κάτι θα είχαν να παρουσιάσουν. Εκατομμύρια είναι αρκούντως ξύπνιοι ώστε να εκτελούν χειρωνακτικές εργασίες. Όμως μονάχα ένας στο εκατομμύριο είναι αρκετά ξύπνιος ώστε να εργαστεί αποτελεσματικά με το πνεύμα του και μονάχα ένας στα εκατό εκατομμύρια τόσο ώστε να ζήσει μια ζωή ποιητική ή θεϊκή. Το να είσαι ξύπνιος σημαίνει να είσαι ζωντανός. Ποτέ ως τώρα δε συνάντησα κάποιον που να είναι εντελώς ξύπνιος. Πώς θα μπορούσα να τον κοιτάξω ποτέ καταπρόσωπο;

Πρέπει να μάθουμε να ξυπνάμε και να κρατάμε τους εαυτούς μας σε εγρήγορση όχι με μηχανικά μέσα, αλλά με μια απέραντη προσμονή της αυγής, η οποία ποτέ δε μας απαρνιέται, ούτε ακόμα και στον πιο βαθύ μας ύπνο. Δε γνωρίζω άλλο γεγονός που να δίνει μεγαλύτερη ελπίδα από την αδιαμφισβήτητη ικανότητα του ανθρώπου να εξυψώνει τη ζωή του με συνειδητή προσπάθεια. Οπωσδήποτε είναι σημαντικό να μπορεί κανείς να ζωγραφίζει μια συγκεκριμένη εικόνα ή να σμιλεύει ένα άγαλμα, ομορφαίνοντας έτσι τα αντικείμενα. Πολύ πιο ένδοξο όμως είναι να μπορεί να λαξεύει και να ζωγραφίζει την ίδια την ατμόσφαιρα, το μέσο που μας επιτρέπει να βλέπουμε. Κι αυτό είναι κάτι που από ηθική άποψη είμαστε ικανοί να κάνουμε. Το να μπορεί να επηρεάζει κανείς την ποιότητα της ημέρας – αυτή είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης. Ο καθένας είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να κάνει τη ζωή του, στην κάθε της λεπτομέρεια, άξια να αποτελεί αντικείμενο μελέτης κατά τις πιο μεγαλειώδεις και κρίσιμες περιόδους του. Αν αρνιόμασταν, ή μάλλον αν εξαντλούσαμε, όσες πληροφορίες λαμβάνουμε, όσο ασήμαντες κι αν είναι, τα μαντεία θα μας βοηθούσαν στη στιγμή να μάθουμε πώς γίνεται αυτό.

Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή – το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο – ούτε ήθελα να παραιτηθώ, εκτός πια και αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιατικό ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την αυθεντική ευτέλεια και να την δείξω στον κόσμο. Ή αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της. Γιατί έχω την αίσθηση πως οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μια παράξενη αβεβαιότητα σχετικά με τη ζωή, για το αν είναι δώρο του Θεού ή του διαβόλου, και καταλήγουν στο κάπως βιαστικό συμπέρασμα ότι ο βασικός προορισμός του ανθρώπου πάνω στη γη είναι «να δοξάζει το Θεό και να Τον απολαμβάνει αιώνια»;

Παρ’ όλα αυτά ζούμε ταπεινά, σαν τα μυρμήγκια, κι ας λέει ο μύθος ότι μεταμορφωθήκαμε σε ανθρώπους πολύ καιρό πριν. Είμαστε σαν τους πυγμαίους που πολεμούν με τα λελέκια. Το ένα λάθος πάνω στο άλλο, το ένα πλήγμα μετά το άλλο. Ακόμα και οι υψηλότερες αρετές μας προέρχονται από μια άχρηστη και αναπόφευκτη αθλιότητα. Οι ζωές μας χαραμίζονται στις λεπτομέρειες. Ένας τίμιος άνθρωπος δε χρειάζεται να ξέρει να μετράει παραπάνω από τα δέκα του δάκτυλα. Άντε, σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να προσθέσει και τα δέκα δάχτυλα των ποδιών του, κι αυτό του φτάνει. Απλότητα, απλότητα, απλότητα! Φροντίστε, λέω, να είναι οι υποθέσεις σας δύο, το πολύ τρεις, και όχι εκατό ή χίλιες. Αντί για ένα εκατομμύριο μετρήστε μισή ντουζίνα και περιορίστε τους λογαριασμούς σας. Καταμεσής σ’ αυτό το φουρτουνιασμένο πέλαγος της πολιτισμένης ζωής, τόσα πολλά είναι τα σύννεφα και οι καταιγίδες, οι ξέρες και τα χίλια μύρια πράγματα που έχει να σκεφτεί ο άνθρωπος, ώστε πρέπει να ζει – αν δηλαδή δεν καταποντιστεί, αν δε βρεθεί στον πάτο χωρίς να καταφέρει να πιάσει λιμάνι – με διαρκείς υπολογισμούς κι εκείνος που τελικά θα τα καταφέρνει δεν μπορεί παρά να είναι δεινός λογιστής. Απλουστεύετε, απλουστεύετε. Αντί για τρία γεύματα την ημέρα, αν μπορείτε τρώτε μόνο ένα. Αντί για εκατό πιάτα, πέντε. Και μειώστε ανάλογα και όλα τα άλλα. Η ζωή μας μοιάζει με τη Γερμανική Συνομοσπονδία, που αποτελείται από πολλά μικρά κρατίδια, με τα σύνορά της διαρκώς να αλλάζουν, έτσι που ούτε και οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν μπορούν να πουν πού βρίσκονται κάθε στιγμή. Ακόμα και το ίδιο το έθνος, με όλες τις λεγόμενες εσωτερικές βελτιώσεις του, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι όλες επιφανειακές, αποτελεί ένα δυσκίνητο και ογκώδη θεσμό, που είναι στοιβαγμένος με κάθε λογής άχρηστα έπιπλα και πιασμένος στις ίδιες του τις παγίδες, φθαρμένος από την πολυτέλεια και τα άσκοπα έξοδα, από την έλλειψη υπολογισμού και αξιόλογων στόχων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα εκατομμύρια νοικοκυριά της χώρας. Και το μοναδικό γιατρικό για την κατάσταση αυτή είναι η σταθερή οικονομία, η αυστηρή, παραπάνω από σπαρτιατική απλότητα της ζωής και η εξεύρεση υψηλών στόχων. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει πολύ γρήγορα. Θεωρεί ουσιώδες και αδιαμφισβήτητο να έχει το έθνος αναπτυγμένο εμπόριο, να εξάγει πάγο, να μιλά μέσα από τον τηλέγραφο και να τρέχει με τριάντα μίλια την ώρα, ακόμα και αν ο ίδιος δεν τα έχει όλα αυτά. Όμως για το αν θα πρέπει να ζούμε σαν μπαμπουίνοι ή σαν άνθρωποι, γι’ αυτό δεν είναι και τόσο βέβαιος. Αν δεν τοποθετήσουμε τραβέρσες, αν δε φτιάξουμε σιδηροτροχιές, αν δεν αφιερώσουμε μερόνυχτα ατελείωτα στην εργασία αυτή, αλλά πιάσουμε να ασχοληθούμε με τις ζωές μας με σκοπό να τις βελτιώσουμε, τότε ποιος θα κατασκευάσει τους σιδηροδρόμους; Και αν δε φτιαχτούν οι σιδηρόδρομοι, τότε πώς θα προλάβουμε να φτάσουμε έγκαιρα στον παράδεισο; Αν όμως μείνουμε στο σπίτι μας και κοιτάξουμε τις δουλειές μας, τότε ποιος θα έχει ανάγκη το σιδηρόδρομο; Δεν ταξιδεύουμε με το τρένο, το τρένο ταξιδεύει πάνω μας. Σκεφτήκατε ποτέ τι μπορεί να ’ναι εκείνες οι ξύλινες τραβέρσες που ενώνουν τις σιδηροτροχιές; Η καθεμιά από αυτές είναι και ένας άνθρωπος, ένας Ιρλανδός ή Γιάνκης. Πάνω τους τοποθετούν τις ράγες κι έπειτα τις σκεπάζουν με άμμο, έτσι που να μπορούν να τρέχουν όμορφα και καλά τα βαγόνια. Κι εν τω μεταξύ, οι τραβέρσες, οι άνθρωποι, κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Και κάθε λίγα χρόνια κατασκευάζεται και από μια καινούρια γραμμή, που πάνω της ταξιδεύει άλλο ένα τρένο, έτσι που κάποιοι απολαμβάνουν το ταξίδι πάνω στις ράγες, ενώ άλλοι έχουν την ατυχία να ταξιδεύουν πάνω τους τα τρένα. Κι όταν πατήσουν κάποιον άνθρωπο που υπνοβατεί, μια τραβέρσα δηλαδή που περισσεύει ή μπήκε σε λάθος θέση, και τον ξυπνήσουν, ξαφνικά σταματούν τα βαγόνια και γίνεται ολόκληρος ντόρος, λες και κάτι τέτοιο αποτελεί εξαίρεση. Χαίρομαι που για κάθε πέντε μίλια σιδηροτροχιάς χρειάζεται μια ομάδα εργατών για να φροντίζει να μένουν οι τραβέρσες, οι άνθρωποι, στη θέση τους στο έδαφος, γιατί αυτό αποτελεί σημάδι ότι κάποτε μπορεί να ξανασηκωθούν.