Το βασίλειο της σκέψης

Θυμωμένα τα σύννεφα, κατάμαυρα, πελεκούσαν το Είναι, μέχρι να μοιάζει σαν φως ξεθωριασμένο, ανήμπορο, καθηλωμένο στην καρέκλα του.

Ο έφηβος γελούσε για τελευταία φορά, καθώς τον έλουζε η δύση του ήλιου.

Μουχλιασμένες επιθυμίες, κάθισαν μαζί με την ελπίδα, στο συμπόσιο της ματαιοδοξίας και έτρωγαν ό,τι παροδικό είχε απομείνει.

Ο μαύρος καβαλάρης μ’ ακούμπησε με τη σιωπή του! Και έρχεται να πάρει, όχι εμένα, αλλά εκείνον, τον σκυφτό μπροστά απ’ το μαυσωλείο, που από κάτω, αντί για κόκκαλα είχαν θάψει όνειρα.

Φώναξα ευτυχώς με ανακούφιση!
Και τότε γύρισε, με κοίταξε!
Κάθε γραμμάριο αίματος πάγωσε και μια αμφιβολία, ξεπήδησε απ’ τα βάθη της πιο ξεχασμένης ερημιάς.

Η πολλή σκέψη σε ρήμαξε περαστικέ! Βιάσου! Καιρός να φύγουμε από δω!
Αυτό το βασίλειο είναι στοιχειωμένο…

Γιώργος Χ.

Διαβάστε επίσης τη Μετάλλαξη