Απόσπασμα από το βιβλίο “Το ταξίμι του Οδυσσέα” της Μαρίνας Σαουνάτσου

Βρήκε τις χελώνες, πήρε ένα χαρτοκιβώτιο από την είσοδο του σπιτιού, το έστρωσε με εφημερίδες,έβαλε μέσα τις χελώνες και τις φόρτωσε στο αμάξι του Θανάση που είχε δανειστεί για το ταξίδι.
Πήρε το δρόμο για το χωριό, αλλά στα μισά σταμάτησε και ξέσπασε σε κλάματα. Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια.Τον πατέρα της, τον παππού και την γιαγιά να κάθονται στον κήπο και να μοσχοβολάνε οι λεμονανθοί, να μοσχοβολάνε οι πορτοκαλίες, να ευωδιάζει το γιασεμί και το αγιόκλημα και να παίζει με τις χελώνες και τις γάτες. Την μητέρα της για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να την δει στον κήπο. Σκούπισε τα δάκρυά της με το πίσω μέρος της παλάμης και συνέχισε το ταξίδι της.
Οι χελώνες έφτασαν στο αρχοντικό μετά από πέντε ώρες κατουρημένες από το φόβο και ερμητικά κλεισμένες στο καβούκι τους.Έτσι θα έμεναν και για τις επόμενες τρεις μέρες, ακίνητες μέσα στα χόρτα όπου τις έκρυψε η Μαρία στην άκρη της μάντρας.Την τέταρτη μέρα οι χελώνες ξεμύτισαν. Άρχισαν να περπατάνε αργά πάνω κάτω στην αυλή, όπως έκαναν και στην Αθήνα. Τα παιδιά έπαιζαν μαζί τους και τις τρόμαζαν. Τότε εκείνες  κρύβονταν για λίγο στο καβούκι τους μέχρι να φύγουν κι έπειτα συνέχιζαν το ταξίδι τους πάνω κάτω στην αυλή. Αέναο και χωρίς προορισμό.
Ώσπου μια μέρα η πόρτα της αυλής ήταν ανοιχτή.
Ο Οδυσσέας τις είδε από το παράθυρο του πάνω ορόφου.
«Οι χελώνες φεύγουν!» της φώναξε και ξεχύθηκε στην αυλή.
Η Μαρία έτρεξε πίσω του.Οι χελώνες είχαν βγει από το αρχοντικό και σχεδόν έτρεχαν προς το δάσος.Δεν τις είχε δει ποτέ να κινούνται τόσο γρήγορα. Ο Οδυσσέας έκανε να τις ακολουθήσει, αλλά η Μαρία τον έπιασε από το μπράτσο και τον σταμάτησε.
«Άφησέ τες» του είπε. «Διάλεξαν το ταξίδι τους. Είναι ελεύθερες».
«Το ξέρεις ότι αυτό το ταξίδι μπορεί να τις σκοτώσει;» τη ρώτησε απορημένος με τη στάση της.
Εκείνη κοιτούσε τις χελώνες που χάνονταν στο δάσος.
«Ναι το ξέρω» του απάντησε. «Κάποια ταξίδια μας σκοτώνουν. Παρ’ όλα αυτά τα επιλέγουμε».
Γύρισε, τον κοίταξε έντονα και επέστρεψε στο αρχοντικό.

(Μαρίνα Σαουνάτσου - Το ταξίμι του Οδυσσέα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, από το κεφάλαιο "Νύχτα Πέμπτη")