Απόσπασμα από το “Σιντάρτα”, του Έρμαν Έσσε

Αυτό είναι καλό, είναι πολύ καλό. Μείνε μαζί μου, Σιντάρτα, φίλε μου. Είχα κάποτε μια γυναίκα, το κρεβάτι της ήταν δίπλα στο δικό μου, αλλά πέθανε πριν από χρόνια κι έζησα πολύ καιρό μόνος. Έλα να ζήσεις μαζί μου, υπάρχει χώρος και τροφή και για τους δύο».

«Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Σιντάρτα, «σ’ ευχαριστώ και δέχομαι. Σ’ ευχαριστώ ακόμα, Βαζουντέβα, που μ’ άκουσες τόσο καλά! Σπάνιοι είναι οι άνθρωποι που ξέρουν ν’ ακούνε και δεν συνάντησα κανέναν που να την ξέρει αυτή την τέχνη όσο εσύ. Κι αυτό θα το μάθω από σένα».

«Θα το μάθεις», είπε ο Βαζουντέβα, «αλλά όχι από μένα. Ο ποταμός με δίδαξε ν’ ακούω, απ’ αυτόν θα το μάθεις κι εσύ. Τα ξέρει όλα, ο ποταμός, όλα μπορεί κανείς να τα μάθει από κείνον. Δες, ακόμα κι εσύ έμαθες κιόλας από το νερό πως είναι καλό να κατευθύνεις τις προσπάθειές σου προς τα κάτω, να βυθίζεσαι, ν’ αναζητάς το βάθος. Ο πλούσιος κι αρχοντικός Σιντάρτα θα γίνει βοηθός βαρκάρη, ο σοφός βραχμάνος Σιντάρτα θα γίνει περαματάρης: κι αυτό ο ποταμός σου το ‘πε. Θα μάθεις από κείνον και το άλλο».

Ο Σιντάρτα είπε μετά από μεγάλη παύση: «Ποιό άλλο Βαζουντέβα;»

Ο Βαζουντέβα σηκώθηκε. «Είναι αργά», είπε, «ας πάμε να πλαγιάσουμε. Δεν μπορώ να σου πω το άλλο, φίλε. Θα το μάθεις, μπορεί να το ξέρεις κιόλας. Δες, δεν είμαι μορφωμένος, δεν ξέρω να μιλάω, δεν ξέρω ούτε να σκέφτομαι. Ξέρω μόνο ν’ ακούω και να είμαι ευσεβής· δεν έχω μάθει τίποτ’ άλλο. Αν μπορούσα να το πω και να το διδάξω μπορεί να ‘μουνα σοφός, αλλά δεν είμαι παρά περαματάρης κι η δουλειά μου είναι να περνάω τους ανθρώπους από το ποτάμι. Πολλούς πέρασα, χιλιάδες, και για όλους αυτούς ο ποταμός μου δεν ήταν παρά μόνο ένα εμπόδιο στο ταξίδι τους. Ταξίδευαν για λεφτά, για υποθέσεις, για γάμους και προσκυνήματα, και ο ποταμός ήταν στο δρόμο τους, κι ο περαματάρης υπήρχε για να τους περάσει γρήγορα πάνω από το εμπόδιο. Μερικοί όμως από τις χιλιάδες, πολλοί λίγοι, πέντε ή έξι, που γι΄ αυτούς ο ποταμός έπαψε να είναι εμπόδιο, άκουσαν τη φωνή του, τον άκουσαν με προσοχή, κι ο ποταμός έγινε γι’ αυτούς ιερός, όπως είναι για μένα. Ας πηγαίνουμε όμως με ειρήνη, Σιντάρτα».

Ο Σιντάρτα έμεινε μαζί με τον περαματάρη, έμαθε να περιποιείται τη βάρκα, κι όταν δεν είχαν να κάνουν τίποτα στο πέρασμα, δούλευε με τον Βαζουντέβα στους αγρούς του ρυζιού, μάζευε ξύλα, έκοβε τους καρπούς από τα μπανανόδεντρα. Έμαθε να πελεκάει κουπιά, να επισκευάζει τη βάρκα, να πλέκει καλάθια, κι ήταν χαρούμενος για όλα όσα μάθαινε, και οι μέρες και οι μήνες περνούσαν γρήγορα. Αλλά ο ποταμός του μάθαινε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να του μάθει ο Βαζουντέβα. Μάθαινε διαρκώς απ’ αυτόν. Έμαθε προπάντων απ’ αυτόν να ακούει, ν’ αφουγκράζεται με ήρεμη καρδιά, με υπομονετική, ανοικτή ψυχή, χωρίς παραφορά, χωρίς καταδίκη, χωρίς γνώμες.

Ζούσε χαρούμενος κοντά στον Βαζουντέβα, και καμιά φορά αντάλλαζαν λόγια, λίγα και πολύ συλλογισμένα λόγια. Ο Βαζουντέβα δεν ήταν φίλος των λέξεων και σπάνια κατόρθωνε ο Σιντάρτα να τον παρακινήσει να μιλήσει.

«Έμαθες κι αυτό το μυστικό από τον ποταμό: ότι δεν υπάρχει χρόνος;» τον ρώτησε κάποτε.

Το πρόσωπο του Βαζουντέβα γέμισε από ένα φωτεινό χαμόγελο.

«Ναι, Σιντάρτα», είπε. «Θέλεις να πεις αυτό: ότι ο ποταμός είναι την ίδια στιγμή παντού, στις πηγές και στην εκβολή, στον καταρράκτη, στο πέραμα, στο στρόβιλο, στη θάλασσα, στην οροσειρά, παντού, την ίδια στιγμή, και πως μόνο το παρόν υπάρχει γι’ αυτόν, κι όχι η σκιά του μέλλοντος;»

«Αυτό είναι», είπε ο Σιντάρτα. «Κι όταν το έμαθα αυτό, κοίταξα τη ζωή μου, κι ήταν κι εκείνη ένας ποταμός, μόνο σκιές χώριζαν το αγόρι Σιντάρτα από τον άντρα Σιντάρτα κι από τον γέρο Σιντάρτα, όχι η πραγματικότητα. Ακόμα κι οι προηγούμενες γεννήσεις του Σιντάρτα δεν ήταν παρελθόν, ούτε ο θάνατος του και η επιστροφή στον Βράχμαν μέλλον. Τίποτα δεν ήταν, τίποτα δεν θα είναι· όλα είναι, όλα έχουν υπόσταση και παρόν».

Ο Σιντάρτα μιλούσε με ενθουσιασμό, αυτή η ανακάλυψη τον είχε κάνει πολύ ευτυχισμένο. Ω! Μήπως όλη η οδύνη δεν ήταν χρόνος, όλος ο αυτοβασανισμός και ο φόβος μπρος στο Εγώ δεν ήταν χρόνος, και καθετί δύσκολο και εχθρικό που υπήρχε πάνω στη γη, δεν γινόταν μακρινό και ακίνδυνο όταν νικούσε κανείς το χρόνο, όταν μπορούσε να μην τον σκέφτεται; Είχε μιλήσει με ενθουσιασμό. Αλλά ο Βαζουντέβα του χαμογέλασε ακτινοβολώντας κι έγνεψε ότι συμφωνούσε, έγνεψε σιωπηλά, χάιδεψε τον ώμο του Σιντάρτα και γύρισε στη δουλειά του.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Έρμαν  Έσσε ¨Σιντάρτα¨, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 104 - 106

Το απόσπασμα διαβάστηκε στη λογοτεχνική βραδιά των Μαγεμένων

One thought on “Απόσπασμα από το “Σιντάρτα”, του Έρμαν Έσσε

  1. Pingback:

Comments are closed.