Η αθανασία των σκύλων

Ο σύλλογος απέκτησε δύο πολύτιμα στρέμματα. Με χορηγίες, εθελοντική εργασία, ένα πρόγραμμα αργότερα, δημιουργήθηκε το γνωστό καταφύγιο. Το δεύτερο χρόνο προσλάβαμε μόνιμο υπάλληλο, έναν παροπλισμένο μελισσοκόμο, άοκνο στο έργο του. Συγκεντρώναμε μοναχικά ή άρρωστα ζώα που χρειάζονταν περίθαλψη πριν ζητήσουν μόνιμη στέγη. Στο ίντερνετ δημοσιοποιούσαμε, πάντα με φωτογραφίες, τις προτάσεις μας. Την επικοινωνία ανέλαβε μια νεαρή ξεναγός. Γνώριζε πώς να δημιουργήσει στον αποδέκτη των μηνυμάτων ενδιαφέρον, να βρεί εκείνον που θα κάνει τη σωτηρία του ζώου υπόθεσή του. Για τα ανάπηρα, τρίποδα, τυφλά, έλεγε: «Πρέπει να ισορροπεί το ηθικό κέρδος με το βαρύ κόστος όποιου αποφασίζει την υιοθεσία». Ποτέ σε θέση προφίλ το ζώο. Το βλέμμα να αντικρίζει αυτόν που διαβάζει την έκκληση. Ακόμα και απ’ τα κάγκελα, το εγκαταλειμμένο ζώο να βλέπει πάντα στα μάτια.Το δυσκολότερο ζήτημα ήταν το ισοζύγιο εισερχόμενων και υιοθετούμενων. Έμπαινε δεκαπλάσιος αριθμός απ’ αυτόν που έφευγε. Κατασκευάσαμε μεγάλα ξύλινα κλουβιά και αυξήσαμε τη δαπάνη για το γιατρό, τη διατροφή και τα φάρμακα. Τις ιδέες μας ανανέωσε πάλι ο ξεναγός. Σχολιάζοντας με τους περιηγητές τους σκύλους που κοιμόνταν στη σκιά των αρχαίων ναών και στις εισόδους των μουσείων, έμαθε για τις υιοθεσίες που γίνονταν στη Βόρεια Ευρώπη. Η συνεργασία μας άρχισε με το Ντύσελντορφ. Σε τρία χρόνια δώσαμε δεκαέξι αρτιμελή ζώα. Συχνά ακολουθούσε συγκινητική επικοινωνία, όταν οι κτήτορες μας έστελναν φωτογραφίες απ’ το νέο περιβάλλον του σκύλου. Ο ένοικος του κλουβιού 12, ο Δώδεκα όπως τον λέγαμε, ασυνήθιστη διασταύρωση Λαμπραντόρ και Κόλεϊ, πέταξε στο Ντύσελντορφ στις 9 Σεπτεμβρίου του 2006. Υπήρχε μεταξύ μας βαθύς δεσμός. Καταλάβαινε την άφιξή μου πολύ πριν μπω στον περίβολο και είχα αποφασίσει να τον πάρω στο σπίτι, αλλά αντέδρασαν σθεναρά. Δεν άργησε η υιοθεσία του. Μετά από μερικούς μήνες μάς έστειλαν πέντε φωτογραφίες. Ο κύριος Φέλιξ Κούγκελ, ο νέος κτήτορας, ήταν ένας πενηντάχρονος εργένης, τεχνικός σε εταιρεία κατασκευής λαμπτήρων. Είχαν περάσει δύο χρόνια, όταν μας ενημέρωσε με αναπάντεχο μέιλ ότι θα ταξιδέψει με τον Δώδεκα στην Ελλάδα. Αύγουστος του 2008. Η Αθήνα έβραζε. Απόγευμα, βγήκαν και οι δύο από μια μαύρη Μερσεντές, ενώ το GPS μόλις είχε βάλει τελεία: «Sie sind am Ziel angekommen». Έσκυψα συγκινημένος στο Δώδεκα. Δύο ηλικιωμένα ζώα, μόνιμοι οικότροφοι δυστυχώς, τον μύρισαν αδιάφορα κι εγώ οδήγησα στο γραφείο τον επισκέπτη, έκπληκτο και εξαντλημένο από τον καύσωνα. Μιλήσαμε για τις διακοπές του στη νότια Κρήτη, προσφέραμε παγωμένο τσάι και, πριν βγούμε στο προαύλιο, συζητήσαμε για ώρα σαν παλιοί γνώριμοι. Τα ζώα, ακίνητα και καταπονημένα, κάθονταν στη σκιά των ευκαλύπτων με κρεμασμένη τη γλώσσα. «Τι ωραίος που έγινε ο Δώδεκα, τι λαμπερό τρίχωμα», είπε, με μια παγωμένη μπίρα στο χέρι, ο υπάλληλός μας. «Τον παρακολούθησα που τριγύρισε μυρίζοντας όλη την αυλή και κατευθύνθηκε αλάνθαστα στο παλιό κλουβί του. Έμεινε αρκετά, νομίζω κοιμήθηκε για λίγο. “ Έξω, Δώδεκα, δεν μένεις πια εδώ!” του είπα δυο-τρεις φορές. Εκείνος ανασήκωνε τα μάτια και με κοίταζε χωρίς να αντιδρά. “Έξω, Δώδεκα”, είπα πάλι. Ήταν βέβαιο, ήξερε τι του ζητούσα, καταλάβαινε το παλιό του όνομα και το “Έξω”, αλλά, μέχρι το τέλος, ήθελε με κάθε τρόπο να το αγνοήσει».

Αφιερωμένο στη Λήδα, το πιο συνεσταλμένο πλάσμα του Απλεπιστημίου, με την ευχή του χρόνου να κουνάει συνέχεια ζωηρά την ουρά της.

Απο τη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Μαυρουδή
Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ)