Αντί Στεφάνου

papa-marinos

[…] επέστρεψε όμως ξανά κατόπιν ημιώρου στο επίμαχο σημείο και βρήκε τον θρασύτατο νεκροθάφτη μόνο πια εκεί, να έχει τελειώσει με το φτυάρισμα των χωμάτων, να καλλωπίζει δε με μια τσουγκράνα το άρτι κατασκευασθέν μνημείο της αυθαιρεσίας του, απομακρύνοντας τις πέτρες από την επιφάνεια αυτού και δημιουργώντας ένα σαμάρι φρέσκου και αφράτου χώματος επί της γης, το οποίο έσβηνε γλυκά από όλες τις πλευρές του σε μίαν ευρεία τάφρο, όπως ακριβώς θα το έφτιαχνε και κάποιος γεωργός εντός αγρού για να καλλιεργήσει επ’ αυτού λαχανικά και να τα αρδεύει ολόγυρα·  και τότε, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα διηγήθηκε στο καφενείο του Χτύπου ο παπα-Μαρίνος, αφού του ζήτησε τον λόγο για την προκλητική αυθαιρεσία του αυτή, με ύφος πολύ έντονο και μη αρμόζον στο λειτούργημά του, όπως και ομολόγησε ειλικρινά ενώπιον του ποιμνίου του, αλλά δικαιολογήθηκε σαν άνθρωπος που έχει και αυτός αδυναμίες και όρια, έλαβε την απάντηση του θρασέος νεκροθάφτη, ότι εκείνο το σημείο ακριβώς, στο οποίο μόλις είχε ενταφιάσει τη μητέρα του, ήταν το πλέον ενδεδειγμένο και κατάλληλο για αυτήν από όλα τα υπόλοιπα εντός κοιμητηρίου, διότι έκειτο αναμεταξύ δύο αγαπημένων της απ’ τη ζωή νεκρών, αξιοπρεπών και λαμπερής ψυχής ανθρώπων, και όχι πλάι σε άλλους οι οποίοι δε θα της άξιζαν, υπονοώντας φυσικά τα ευκόλως εννοούμενα, όχι μόνο περί του υπουργού αλλά και περί όλων προφανώς της νήσου των νεκρών οι οποίοι είχαν ταφεί κατά καιρούς εκεί· αφετέρου δε, του είπε ότι και εκεί ακόμη που ετάφη, αδικούνταν η μητέρα του και πήγαινε χαμένη, και ότι αν είχε ο ίδιος εκ του νόμου το δικαίωμα, θα την ενταφίαζε μέσα στο περιβόλι του διότι η Πάτρα απεβίωσε απολύτως υγιής και γελαστή, και το αγνό σαρκίο της, λόγω της αποχής της όσο βρισκόταν εν ζωή εκ φαρμάκων και τροφών μη φυσικών, αποτελούσε πρώτης τάξεως ύλη οργανική, ό,τι καλύτερο δηλαδή για εμπλουτισμό της γης, μία υψηλής αξίας θρεπτική τροφή για τα φυτά και για τα δέντρα του όλα· ο θάνατός της δηλαδή ήταν ζωογόνος όπως όλων ο θάνατος στη φύση των πλασμάτων, και ήταν κρίμα μέγιστο και ύβρις δυσθεώρητη να αποσυντεθεί ένα τέτοιο ποιότητας ανθρώπινο σαρκίο εντός κοιμητηρίου, όπου κατά το πλείστον ενταφιάζονται αποβιώσαντες ασθενείς καταναλωτές, οι οποίοι πεθαίνουν έντρομοι και ταλαιπωρημένοι, αποδίδουν δε στη γη σαρκία τοξικά από τον τρόπο με τον οποίον διαβιούσαν καθημερινά, και βέβαια από τη διαρκή κατανάλωση τροφίμων και φαρμάκων χημικών·  ο παπα-Μαρίνος είχε απομείνει με το στόμα ολάνοιχτο και τον θωρούσε έκπληκτος, όπως ομολόγησε, μη δυνάμενος να πιστέψει επ’ ουδενί όσα άκουγε, άκουσον άκουσον χριστιανοί, ωρυόταν στο καφενείο έπειτα, καθώς έπινε τη μία ρακή πάνω απ’ την άλλη μήπως και συνέλθει, τη μακαρίτισσα τη μάνα του ήθελε να ρίξει για κοπριά στα δέντρα του περιβολιού ο ασεβής, ο υβριστής ανθρώπου και Θεού·  ακολούθως δε ανέπτυξε την υποψία, η οποία του ενσφηνώθηκε όταν πρωτάκουσε όλα τα λόγια τα ανήκουστα, ότι ίσως προέβαινε σε εκταφή της νεκρής, να τη μετέφερε και να την έθαπτε εντός του χωραφιού του, κάτω από καμιά μανταρινιά, έτσι ακριβώς είπε ο παπα-Μαρίνος, και οι θαμώνες του καφενείου, οι οποίοι είχαν φρίξει κυριολεκτικώς απ’ όλα όσα άκουγαν, επιδόθηκαν ακαριαία σε σχόλια παντός είδους, ακούς εκεί αγνό σαρκίο η λεγάμενη, ακούστηκε η φωνή της Λεμονιάς·  μια ανεξέλεγκτη χάβρα τότε, μια οχλοβοή ξεχύθηκε από ακατάληπτους ψιθύρους, φωνές, κραυγές, χάχανα μουλωχτά αλλά και γέλια τρανταχτά·  ώσπου σηκώθηκε από τη θέση του ο Μιχαήλος και δι’ επανειλημμένων εκκλήσεων, τις οποίες εξέπεμψε με τα θηριώδη χέρια του ορθάνοικτα κινούμενα δώθε κείθε και με όλη την ένταση της στεντόρειας φωνής του, έλαβε τον λόγο και υπενθύμισε την αιτία η οποία είχε επιφέρει προ ετών την απόλυτη και διαρκούσα άλλωστε ως και εκείνη τη στιγμή οριστική ρήξη στις μεταξύ του Σιλβέστρου και του ανιψιού του σχέσεις, το περιστατικό δηλαδή στο οποίο είχε και αυτός πρωταγωνιστική συμμετοχή, αφού όχι μόνο διέθεσε στον Σιλβέστρο το βαρύ και ογκώδες γεωργικό του μηχάνημα αλλά ανέλαβε ο ίδιος ρόλο οδηγού και χειριστού, μετέβησαν δε καθήμενοι αμφότεροι επ’ αυτού μια μέρα του Ιουλίου στο πατρογονικό του Σιλβέστρου κτήμα, όπου διέμενε από πενταετίας τότε ο ανιψιός του, ο οποίος απουσίαζε βέβαια εκείνη τη στιγμή, και προέβησαν σε πλήρη κι βαθιά με το υνί άρωση του περιβολιού καταστρέφοντας ολοσχερώς τις συγκαλλιέργειες του Στεφάνου, άπασες δηλαδή τις σημαντικής βιοποικιλότητας φυτοκοινωνίες του, οι οποίες είχαν σχηματιστεί από τις αλλεπάλληλες σπορές που έκανε κάθε φθινόπωρο και άνοιξη στη γη, αλλά και από τη μακροχρόνια κοπιώδη εργασία του δια χειρός ελέγχου των άγριων πληθυσμών, ενδημούσαν δε πλέον εκεί αναπτυσσόμενες με φυσικό ρυθμό και, καθώς εμπλουτίζονταν ολοένα με νέα σπορόφυτα, αποτελούσαν ένα ολοκληρωμένο και αενάως εξελισσόμενο οικοσύστημα, το οποίο βέβαια οι επελαύνοντες και προβαίνοντες στην αποτρόπαια εκείνη πράξη τους δεν ήσαν ικανοί όχι να αναγνωρίσουν αλλά ούτε καν να δουν·  και ακριβώς από τη άγνοιά τους αυτή, έχοντας δηλαδή την εντύπωση ότι πράττουν τα δέοντα και τα ενδεδειγμένα, επενέβησαν τόσο καταστροφικά, διότι ο Σιλβέστρος, συνδικαιούχος κληρονόμος του πατρικού του κτήματος διαφωνούσε πλήρως με την εξ Ιαπωνίας εισαγόμενη και εφαρμοζόμενη από τον ανιψιό του μέθοδο φυσικής καλλιέργειας και της μη επέμβασης στη γη, τα δε αποτελέσματα αυτής της πρακτικής τα χλεύαζε με κάθε ευκαιρία δημοσίως και εξέφραζε έντονα και συνεχώς τον αποτροπιασμό του για την εικόνα την οποία παρουσίαζε ο πάλαι ποτέ επίγειος παράδεισος του μπαρμπα-Σταμάτη, όπως αποκαλούσε σε τέτοιες μόνο περιστάσεις τον πατέρα του, το περιβόλι το οποίο έμελλε να περιπέσει, όπως έλεγε, στα χέρια ενός τεμπέλη, ανίδεου και φιλοσόφου του πρωκτού, έτσι συνήθιζε να αποκαλεί τον Στέφανο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη "Αντί Στεφάνου", σελ. 68-74, εκδόσεις της Εστίας