Περι τεχνης/λογοτεχνιας

papa-marinos

[…] επέστρεψε όμως ξανά κατόπιν ημιώρου στο επίμαχο σημείο και βρήκε τον θρασύτατο νεκροθάφτη μόνο πια εκεί, να έχει τελειώσει με το φτυάρισμα των χωμάτων, να καλλωπίζει δε με μια τσουγκράνα το άρτι κατασκευασθέν μνημείο της αυθαιρεσίας του, απομακρύνοντας τις πέτρες από την επιφάνεια αυτού και δημιουργώντας ένα σαμάρι φρέσκου και αφράτου χώματος επί της γης, το οποίο έσβηνε γλυκά από όλες τις πλευρές του σε μίαν ευρεία τάφρο, όπως ακριβώς θα το έφτιαχνε και κάποιος γεωργός εντός αγρού για να καλλιεργήσει επ’ αυτού λαχανικά και να τα αρδεύει ολόγυρα·  και τότε, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα διηγήθηκε στο καφενείο του Χτύπου ο παπα-Μαρίνος, αφού του ζήτησε τον λόγο για την προκλητική αυθαιρεσία του αυτή, με ύφος πολύ έντονο και μη αρμόζον στο λειτούργημά του, όπως και ομολόγησε ειλικρινά ενώπιον του ποιμνίου του, αλλά δικαιολογήθηκε σαν άνθρωπος που έχει και αυτός αδυναμίες και όρια, έλαβε την απάντηση του θρασέος νεκροθάφτη, ότι εκείνο το σημείο ακριβώς, στο οποίο μόλις είχε ενταφιάσει τη μητέρα του, ήταν το πλέον ενδεδειγμένο και κατάλληλο για αυτήν από όλα τα υπόλοιπα εντός κοιμητηρίου, διότι έκειτο αναμεταξύ δύο αγαπημένων της απ’ τη ζωή νεκρών, αξιοπρεπών και λαμπερής ψυχής ανθρώπων, και όχι πλάι σε άλλους οι οποίοι δε θα της άξιζαν, υπονοώντας φυσικά τα ευκόλως εννοούμενα, όχι μόνο περί του υπουργού αλλά και περί όλων προφανώς της νήσου των νεκρών οι οποίοι είχαν ταφεί κατά καιρούς εκεί· ...continue reading

walden

Όλα αυτά που παρατήρησα σε σχέση με τη λίμνη δεν ισχύουν λιγότερο και για την ηθική. Πρόκειται για το νόμο του μέσου όρου. Αυτός ο κανόνας των δύο διαμέτρων όχι μόνο μας οδηγεί να βρούμε τη θέση του ήλιου στο ηλιακό σύστημα και την καρδιά στο ανθρώπινο σώμα, αλλά αν τραβήξετε δύο ευθείες για να μετρήσετε το μήκος και το πλάτος της συνολικής καθημερινής συμπεριφοράς ενός ανθρώπου, των κυμάτων της ζωής του, των κόλπων του και των εισόδων του, θα δείτε πως το σημείο τομής τους είναι το υψηλότερο ή το χαμηλότερο σημείο του χαρακτήρα του. ...continue reading

alkyon01

«Περί της Αλκυόνης και του Κήυκος»*

   « Η μεν Αλκυόνη ήταν θυγάτηρ του Αιόλου υιού του Έλληνος και της Αιγιαλείας, ο δε Κήυξ υιός του Εωσφόρου και αδελφός του Δαιδαλίωνος. Ο Κήυξ λοιπόν έλαβε γυναίκα την Αλκυόνη και έζων τόσον ειρηνικώς και ερωτικώς προς αλλήλους , ώστε ο μεν Κήυξ ωνόμαζε αυτήν Ήρα, αυτή δε έλεγε αυτόν Δία. Όθεν οργισθείς ο Ζευς δια την τοσαύτην αλαζονείαν, μετεμόρφωσεν αυτούς εις τα ομώνυμα όρνεα, τον μεν εις κήυκα , την δε εις αλκυόνην (Απολλόδ. Α΄. ζ΄. ξ΄.) ...continue reading

« Η γενιά μας αναμετρήθηκε σύσσωμη με το θάνατο, ήπιε σταλιά σταλιά το φαρμάκι του, μα υπήρξε προνομιούχα.Έζησε με ένταση κι ενθουσιασμό μια μια τις στιγμές ενός πολυτάραχου αιώνα και φεύγει τώρα πιστεύοντας πως έκανε κάτι, για να νιώσουν οι άνθρωποι σ΄ όλες της γης τις γωνιές, πως η ανθρώπινη ιδιότητα καθαυτή είναι έννοια σύμφυτη με δικαιοσύνη και λευτεριά.  ...continue reading

Ο σύλλογος απέκτησε δύο πολύτιμα στρέμματα. Με χορηγίες, εθελοντική εργασία, ένα πρόγραμμα αργότερα, δημιουργήθηκε το γνωστό καταφύγιο. Το δεύτερο χρόνο προσλάβαμε μόνιμο υπάλληλο, έναν παροπλισμένο μελισσοκόμο, άοκνο στο έργο του. Συγκεντρώναμε μοναχικά ή άρρωστα ζώα που χρειάζονταν περίθαλψη πριν ζητήσουν μόνιμη στέγη. Στο ίντερνετ δημοσιοποιούσαμε, πάντα με φωτογραφίες, τις προτάσεις μας. Την επικοινωνία ανέλαβε μια νεαρή ξεναγός. Γνώριζε πώς να δημιουργήσει στον αποδέκτη των μηνυμάτων ενδιαφέρον, να βρεί εκείνον που θα κάνει τη σωτηρία του ζώου υπόθεσή του. Για τα ανάπηρα, τρίποδα, τυφλά, έλεγε: «Πρέπει να ισορροπεί το ηθικό κέρδος με το βαρύ κόστος όποιου αποφασίζει την υιοθεσία». ...continue reading

1 Comment

Αυτό είναι καλό, είναι πολύ καλό. Μείνε μαζί μου, Σιντάρτα, φίλε μου. Είχα κάποτε μια γυναίκα, το κρεβάτι της ήταν δίπλα στο δικό μου, αλλά πέθανε πριν από χρόνια κι έζησα πολύ καιρό μόνος. Έλα να ζήσεις μαζί μου, υπάρχει χώρος και τροφή και για τους δύο».

«Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Σιντάρτα, «σ’ ευχαριστώ και δέχομαι. Σ’ ευχαριστώ ακόμα, Βαζουντέβα, που μ’ άκουσες τόσο καλά! Σπάνιοι είναι οι άνθρωποι που ξέρουν ν’ ακούνε και δεν συνάντησα κανέναν που να την ξέρει αυτή την τέχνη όσο εσύ. Κι αυτό θα το μάθω από σένα».

«Θα το μάθεις», είπε ο Βαζουντέβα, «αλλά όχι από μένα. ...continue reading

Βρήκε τις χελώνες, πήρε ένα χαρτοκιβώτιο από την είσοδο του σπιτιού, το έστρωσε με εφημερίδες,έβαλε μέσα τις χελώνες και τις φόρτωσε στο αμάξι του Θανάση που είχε δανειστεί για το ταξίδι.
Πήρε το δρόμο για το χωριό, αλλά στα μισά σταμάτησε και ξέσπασε σε κλάματα. Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια.Τον πατέρα της, τον παππού και την γιαγιά να κάθονται στον κήπο και να μοσχοβολάνε οι λεμονανθοί, να μοσχοβολάνε οι πορτοκαλίες, να ευωδιάζει το γιασεμί και το αγιόκλημα και να παίζει με τις χελώνες και τις γάτες. Την μητέρα της για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να την δει στον κήπο. Σκούπισε τα δάκρυά της με το πίσω μέρος της παλάμης και συνέχισε το ταξίδι της. ...continue reading

Εκδόσεις Κέδρος, 2007. (Κεφάλαιο: “Πού έζησα και γιατί”, σελ. 138-143)

Κάθε πρωί αποτελούσε για μένα μια ενθουσιώδη πρόσκληση να δώσω στη ζωή μου τόση απλότητα, και αθωότητα θα μπορούσα να πω, όσο έχει και η ίδια η Φύση. Πάντοτε λάτρευα τη ροδοδάχτυλη Ηώ με τον τρόπο που το έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες. Ξυπνούσα νωρίς και έκανα το μπάνιο μου στη λίμνη: αυτό ήταν κάτι σαν θρησκευτική τελετή, ένα από τα καλύτερα πράγματα που έκανα. Ο Κομφούκιος λέει πως στην μπανιέρα του βασιλιά Τσινγκ Τανγκ υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα που έλεγαν το εξής: «Να ανανεώνεις εντελώς τον εαυτό σου κάθε μέρα. Να το κάνεις ξανά και ξανά αιώνια». ...continue reading

V

Η κωδωνοκρουσία του φωτός
μας υποδέχεται
στο ξανθό ακροθαλάσσι.

Η αυγή περνάει στην αμμουδιά
βρέχοντας μόλις τα γυμνά της πέλματα
στο χρυσό κύμα.

Μια νέα κοπέλα
άνοιξε το παράθυρο
και χαμογέλασε στη θάλασσα.
Έκλεισε τα μάτια της στο φως
για να ατενίσει βαθιά της
την υπόκωφη λάμψη
του χαμογέλιου της. ...continue reading

Εκτός από τις ευγενείς αυτές οσμές, τις αλησμόνητες, υπήρχαν και εκείνες που ανέβαιναν απ’ το κατώγι ως τη μικρή μου κάμαρη. Ήταν μια αψιά μυρωδιά που έβγαζε η χωνεμένη κοπριά που σωριαζόταν από τα ζωντανά μας: τον γάιδαρό μας τον Μπρίκο, τη γίδα μας τη Μαυρούλα και τα ορνίθια. Αυτά κατοικιάζανε κάτω από την καμαρούλα μου· στην άλλη μεριά, κάτω από τον χαγιάτη, ήταν το παχνί του Μπρίκου και στη μέση, δεμένη σ’ ένα κρικέλι, ήταν η Μαυρούλα –να μην ενοχλεί το ένα ζωντανό το πλαϊνό του. Ήταν μια βαριά ζωική μυρωδιά, γλυκερή κάπως, αλλά μ’ αυτήν είχα μεγαλώσει και σε τίποτε δεν με πείραζε.

Από κει κάτω έρχονταν όλη τη νύχτα και κάτι απότομοι και ακανόνιστοι ήχοι που καθόλου δεν ανησυχούσαν τον ύπνο μου· ...continue reading