Περι τεχνης/λογοτεχνιας

Εκδόσεις Κέδρος,
από το κεφάλαιο ΦΩΝΕΣ,

Το πρώτο καλοκαίρι δε διάβασα βιβλία σκάλιζα το χωράφι μου για να φυτέψω φασολιές. Ή, μάλλον, συχνά έκανα κάτι καλύτερο από αυτό. Υπήρχαν φορές που δεν μπορούσα να θυσιάσω το μεγαλείο κάποιας συγκεκριμένης στιγμής για χάρη οποιασδήποτε δουλειάς, είτε χειρωνακτικής είτε πνευματικής. Μου αρέσει να έχω μεγάλα περιθώρια στη ζωή μου. Κάποιες φορές, τα πρωινά του καλοκαιριού, μετά το συνηθισμένο μπάνιο μου, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι μου από την αυγή ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης, ανάμεσα στα πεύκα , τις καρυές και τα σουμάκια, μέσα σε μια μοναξιά και μια ησυχία που τίποτα δε διέκοπτε, ενώ τριγύρω τα πουλιά τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα καθώς περνούσαν μέσα από το σπίτι. ...continue reading

...Θυμάμαι πόσο βαθιά πληγώθηκα όταν, ύστερα από κάποιους μήνες στην ασφάλεια, με πετάξανε σ' ένα τζιπ, δεμένον με χειροπέδες παρόλο που δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος, περπάταγα με τα τέσσερα, με φορτώνουν, που λες, σ' ένα τζιπ για το Γεντί Κουλέ. Ήξερα ότι πάω για θάνατο, μου το 'χαν πει σ' όλους τους τόνους στην ασφάλεια. Ήταν Σάββατο απόγευμα, καλοκαίρι. Θα 'χε μπει για τα καλά ο Ιούλιος. Περνάγαμε απ' το Βαρδάρι, είχαν σκολάσει τα μαγαζιά, ο κόσμος μυρμήγκιαζε στους δρόμους, φορτωμένος ψώνια. Ακούμπησα τα χέρια μου με τις χειροπέδες στο παραπέτο του τζιπ, μια ματιά, μια ματιά... Ο ένας απ' τους χαφιέδες με κατάλαβε. Βλέπεις, ρε μαλάκα; ποιός νοιάζεται για σένα;     ...continue reading