Αποψεις

Ο σύλλογος απέκτησε δύο πολύτιμα στρέμματα. Με χορηγίες, εθελοντική εργασία, ένα πρόγραμμα αργότερα, δημιουργήθηκε το γνωστό καταφύγιο. Το δεύτερο χρόνο προσλάβαμε μόνιμο υπάλληλο, έναν παροπλισμένο μελισσοκόμο, άοκνο στο έργο του. Συγκεντρώναμε μοναχικά ή άρρωστα ζώα που χρειάζονταν περίθαλψη πριν ζητήσουν μόνιμη στέγη. Στο ίντερνετ δημοσιοποιούσαμε, πάντα με φωτογραφίες, τις προτάσεις μας. Την επικοινωνία ανέλαβε μια νεαρή ξεναγός. Γνώριζε πώς να δημιουργήσει στον αποδέκτη των μηνυμάτων ενδιαφέρον, να βρεί εκείνον που θα κάνει τη σωτηρία του ζώου υπόθεσή του. Για τα ανάπηρα, τρίποδα, τυφλά, έλεγε: «Πρέπει να ισορροπεί το ηθικό κέρδος με το βαρύ κόστος όποιου αποφασίζει την υιοθεσία». ...continue reading

Δεν είχα ποτέ άλλοτε κηπευτικά στο μπαλκόνι μου. Από τη γιορτή των παραδοσιακών σπόρων στο πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος πήρα ένα φιντανάκι ντοματιάς. Μου το έδωσαν μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χάρτινο σακουλάκι, που έγραφε το είδος του : « ντοματιά καρδιά βοδιού (ψηλή)». Καθώς το κρατούσα στο πάρκο, μου φώναξε ένας νεαρός «πρόσεξε το μωρό!» και γύρισα αμέσως να δω πίσω μου μήπως ήταν κανένα παιδάκι , αλλά αυτός χαμογελώντας είπε «όχι, αυτό το μωρό» κι έδειξε με τα μάτια το φιντανάκι. ...continue reading

1 Comment

Αυτό είναι καλό, είναι πολύ καλό. Μείνε μαζί μου, Σιντάρτα, φίλε μου. Είχα κάποτε μια γυναίκα, το κρεβάτι της ήταν δίπλα στο δικό μου, αλλά πέθανε πριν από χρόνια κι έζησα πολύ καιρό μόνος. Έλα να ζήσεις μαζί μου, υπάρχει χώρος και τροφή και για τους δύο».

«Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Σιντάρτα, «σ’ ευχαριστώ και δέχομαι. Σ’ ευχαριστώ ακόμα, Βαζουντέβα, που μ’ άκουσες τόσο καλά! Σπάνιοι είναι οι άνθρωποι που ξέρουν ν’ ακούνε και δεν συνάντησα κανέναν που να την ξέρει αυτή την τέχνη όσο εσύ. Κι αυτό θα το μάθω από σένα».

«Θα το μάθεις», είπε ο Βαζουντέβα, «αλλά όχι από μένα. ...continue reading

Λένε ότι κάποτε ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης κατέβηκε, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, στην εξώπορτα του μοναστηριού του, και ακουμπώντας το χέρι του επάνω στον ώμο ενός νέου καλόγερου, του είπε: «Αδελφέ μου, ας κατεβούμε κάτω στην πόλη και ας διδάξουμε».

Ο σεβάσμιος δάσκαλος και ο νεαρός μοναχός ξεκίνησαν προς την πόλη κουβεντιάζοντας. Στο δρόμο συνάντησαν μερικούς χωρικούς, που έσκαβαν τους αγρούς τους, και σταμάτησαν και τους ρώτησαν για τις καλλιέργειές τους. ...continue reading

Βρήκε τις χελώνες, πήρε ένα χαρτοκιβώτιο από την είσοδο του σπιτιού, το έστρωσε με εφημερίδες,έβαλε μέσα τις χελώνες και τις φόρτωσε στο αμάξι του Θανάση που είχε δανειστεί για το ταξίδι.
Πήρε το δρόμο για το χωριό, αλλά στα μισά σταμάτησε και ξέσπασε σε κλάματα. Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια.Τον πατέρα της, τον παππού και την γιαγιά να κάθονται στον κήπο και να μοσχοβολάνε οι λεμονανθοί, να μοσχοβολάνε οι πορτοκαλίες, να ευωδιάζει το γιασεμί και το αγιόκλημα και να παίζει με τις χελώνες και τις γάτες. Την μητέρα της για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να την δει στον κήπο. Σκούπισε τα δάκρυά της με το πίσω μέρος της παλάμης και συνέχισε το ταξίδι της. ...continue reading

Θυμωμένα τα σύννεφα, κατάμαυρα, πελεκούσαν το Είναι, μέχρι να μοιάζει σαν φως ξεθωριασμένο, ανήμπορο, καθηλωμένο στην καρέκλα του.

Ο έφηβος γελούσε για τελευταία φορά, καθώς τον έλουζε η δύση του ήλιου.

Μουχλιασμένες επιθυμίες, κάθισαν μαζί με την ελπίδα, στο συμπόσιο της ματαιοδοξίας και έτρωγαν ό,τι παροδικό είχε απομείνει. ...continue reading

Εκδόσεις Κέδρος, 2007. (Κεφάλαιο: “Πού έζησα και γιατί”, σελ. 138-143)

Κάθε πρωί αποτελούσε για μένα μια ενθουσιώδη πρόσκληση να δώσω στη ζωή μου τόση απλότητα, και αθωότητα θα μπορούσα να πω, όσο έχει και η ίδια η Φύση. Πάντοτε λάτρευα τη ροδοδάχτυλη Ηώ με τον τρόπο που το έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες. Ξυπνούσα νωρίς και έκανα το μπάνιο μου στη λίμνη: αυτό ήταν κάτι σαν θρησκευτική τελετή, ένα από τα καλύτερα πράγματα που έκανα. Ο Κομφούκιος λέει πως στην μπανιέρα του βασιλιά Τσινγκ Τανγκ υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα που έλεγαν το εξής: «Να ανανεώνεις εντελώς τον εαυτό σου κάθε μέρα. Να το κάνεις ξανά και ξανά αιώνια». ...continue reading